ἑόρτασμα

ἑόρτ-ασμα, ατος, τό,
A festival, holiday, LXX Wi.19.16.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εόρτασμα — ἑόρτασμα, το (Α) [εορτάζω] γιορτή …   Dictionary of Greek

  • ἑόρτασμα — festival neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑορτασμάτων — ἑόρτασμα festival neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γιόρτασμα — το ο εορτασμός. [ΕΤΥΜΟΛ. < γιορτάζω ή < εόρτασμα με ανάπτυξη j από τη συνίζηση του συμπλέγματος εο (πρβλ. εορτάζω γιορτάζω)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.